Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Ημερολόγιο Κρίσης


Ημερολόγιο Κρίσης Όταν είχα πρωτοανοίξει αυτό το Blog, η χώρα χαμογελούσε. Μου το είχε φτιάξει ως δώρο – έκπληξη γενεθλίωβν ο άνθρωπος που έχω αγαπήσει περισσότερο από κάθε άλλον στη ζωή μου και τότε είχα σκεφτεί να το χρησιμοποιήσω για να καταγράφω κάποιες σκέψεις μου και να καταγγέλλω τα κακώς κείμενα σ’ έναν τόπο που φαινομενικά όλα πήγαιναν καλά. Όλοι είχαμε τις δουλειές μας, την ασφάλιση μας κι ένα σπίτι για να μένουμε χωρίς να κινδυνεύουμε να το χάσουμε από τις τράπεζες. Μπορούσαμε να προγραμματίσουμε χωρίς ιδιαίτερο άγχος τις καλοκαιρινές μας διακοπές, τις βραδινές μας εξόδους, τις ταινίες που θα βλέπαμε, τις συναυλίες που θα πηγαίναμε ή τα βιβλία που θα διαβάζαμε. Είχαμε επίσης την άνεση να φροντίσουμε το ντύσιμο μας, να επιλέγουμε τι θα έχουμε στο τραπέζι μας με βάση το τί μας άρεσε και όχι το ποιο προϊόν είναι το πιο φθηνό και να προσφέρουμε στους εαυτούς μας ή και τους γύρω μας μικρές ή μεγαλύτερες απολαύσεις που σήμερα φαντάζουν απλησίαστες. Δεν αγχωνόμαστε αν θα υπάρχουν χρήματα να βάλουμε βενζίνη στα αυτοκίνητα μας, αν μπορούμε να εξασφαλίσουμε όσα μας χρειάζονται για να τα βγάλουμε πέρα κάθε μήνα, ούτε ανησυχούσαμε μην τυχόν μας κόψει το ρεύμα η ΔΕΗ επειδή ίσως κάποιοι από μας να μη μπορούν να πληρώσουν το χαράτσι. Πάνω απ’ όλα όμως, είχαμε αξιοπρέπεια… Τώρα, τα χαμόγελα έσβησαν. Οι δουλειές δυσεύρετες και οι περισσότερες από αυτές κακοπληρωμένες. Όσοι ακόμα διατηρούν τις θέσεις εργασίας τους στον ιδιωτικό τομέα αισθάνονται όλο και πιο ανασφαλείς, αφού οι περικοπές είναι πλέον καθημερινές σε κάθε τομέα. Για τις διακοπές μας, θυμηθήκαμε οι περισσότεροι τα πατρικά μας που όλα αυτά τα χρόνια τα είχαμε ψιλοπερηφρονήσει ή τα σπίτια φίλων που έχουν την τύχη να διατηρούν εξοχικά. Οι βραδινές έξοδοι περιορισμένες. Αρχίσαμε να μαζευόμαστε ξανά στα σπίτια μας νωρίς για να αποφύγουμε να ξοδέψουμε χρήματα που τα χρειαζόμαστε για να καλύψουμε άμεσες και βασικές ανάγκες. Όταν το να μένει κάποιος πολλές ώρες στο σπίτι του είναι θέμα επιλογής, μπορεί να γίνει δημιουργικότατος τρόπος ζωής. Όταν όμως μένει μέσα επειδή δε μπορεί να κάνει αλλιώς, στο τέλος καταντάει εγκλεισμός. Βόλτες στις ταβέρνες και τα μπαράκια μια Παρασκευή, ένα Σάββατο, κάποια γιορτή ή επέτειο και πάλι πολύ είναι. Τις συναυλίες, τα βιβλία, τα CD και τους κινηματογράφους, σχεδόν τα ξεχάσαμε. Καλά να είναι το διαδίκτυο να κατεβάσουμε καμιά ταινία ;ή τραγούδι. Τις εκδρομές, τα ταξιδάκια, τα μικροδωράκια στους εαυτούς μας και τους φίλους μας, τις βόλτες για ψώνια, τα θεωρούμε πια πολυτέλεια. Ακόμα και στο καθημερινό μας τραπέζι φαίνεται η διαφορά. Εκεί που παίρναμε από τα σούπερ μάρκετ ότι μας άνοιγε την όρεξη, τώρα περιοριζόμαστε στα απολύτως απαραίτητα. Και αναζητούμε τρόπους να τα ψιλομπαλώσουμε, γιατί φυσικά εξακολουθεί να μας αρέσει η καλοπέραση και καλά κάνουμε. Ποιος μας έκλεψε το χαμόγελο μας; Στους δρόμους, δύσκολα πια βλέπει κανείς χαρούμενα πρόσωπα. Η αισιοδοξία μας έχει πιάσει πάτο και πλέον διακωμωδούμε τα χάλια μας και την κατάσταση μας για να μην τρελαθούμε τελείως. Ρευστό στην αγορά δεν κυκλοφορεί, γιατί όσοι δεν έχουν δε μπορούν να ξοδέψουν κι όσοι έχουν , τρομοκρατημένοι από την ανασφάλεια για το αύριο δεν τολμάνε. Και οι καλύτερες μέρες, απ’ ότι φαίνεται, ακόμα αργούν… Αυτό το Blog, κάποια στιγμή το είχα ψιλοπαρατήσει, καθώς προέκυψαν προσωπικά προβλήματα και δεν είχα το χρόνο να ασχοληθώ. Πλέον όμως, θα το χρησιμοποιώ για να καταγράφω τα όσα διαπιστώνω καθημερινά τις δύσκολες μέρες που ζούμε. Πλέον έχω όλο το χρόνο να το κάνω, καθώς είμαι σε καθεστώς επίσχεσης εργασίας από τη δουλειά μου, αφού ήμουνα απλήρωτη εδώ και δύο χρόνια. Μικρές καθημερινές ιστορίες, γεγονότα που με άγγιξαν, σχολιασμός της επικαιρότητας με βάση τις καθημερινές μου εμπειρίες, θα καταγράφονται πλέον σε αυτή τη σελίδα. Άλλοτε με πίκρα, άλλοτε με κριτική διάθεση και άλλοτε με χιούμορ, που είναι ότι καλύτερο μας έχει απομείνει ευτυχώς. Εννοείται ότι το Blog είναι ανοιχτό σε κριτικές και σχόλια. Και για να μην ξεχνιόμαστε: Το χαμόγελο μας θέλουμε πίσω ρε αλήτες και τη χαμένη μας αξιοπρέπεια. Κι αν κάνετε ότι δεν το καταλαβαίνετε (γιατί το καταλαβαίνετε πολύ καλά) σύντομα θα βρεθείτε αντιμέτωποι με όλους όσους με τις κινήσεις σας έχετε οδηγήσει στην απόγνωση. Κι αυτοί οι άνθρωποι πολλαπλασιάζονται καθημερινά… Και πλέον, δεν έχουν να χάσουν τίποτα άλλο εκτός από τις αλυσίδες τους…

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

Άφςση Αμαρτιών

Ένα διήγημα φαντασίας, που γράφτηκε την εποχή που μεσουρανούσε το σκάνδαλο του Βατοπεδίου (το οποίο - Ω τι έκπληη! - μετά ξεχάστηκε)



"ΑΦΕΣΗ ΑΜΑΡΤΙΩΝ"

Μόλις είχε χαράξει κι εγώ ξύπνησα από τις κωδωνοκρουσίες που αντηχούσαν παντού γύρω μου. Όχι ότι είχα κοιμηθεί και πολύ δηλαδή. Σήμερα ήταν η μεγάλη μέρα που θα κρινόταν το μέλλον μου και θα αποφασιζόταν αν έχω μετανοήσει ειλικρινά ώστε να πάρω την πολυπόθητη Άφεση Αμαρτιών. Τη χρειαζόμουν οπωσδήποτε την Άφεση Αμαρτιών και θα έκανα τα πάντα για να την εξασφαλίσω.

Ήδη είχα περάσει 15 μέρες στο μοναστήρι, κάνοντας αυστηρή νηστεία. Όλο αυτό το διάστημα έτρωγα μόνο ψωμί και νερό και μάλιστα σε περιορισμένες ποσότητες. Υπήρχαν ορισμένοι εξυπνάκηδες που έφερναν μαζί τους κονσέρβες, τυριά και άλλα τρόφιμα κρυμμένα στις αποσκευές τους. Κανείς από αυτούς δε μπόρεσε να εξασφαλίσει την Άφεση ή να πείσει για τις αγνές του προθέσεις. Δε μπορείς να κρυφτείς από τον Παντογνώστη, το σύστημα με τις κρυφές κάμερες του μοναστηριού. Ούτε καν μου πέρασε από το μυαλό να κάνω κάτι τέτοιο. Έπρεπε να αποδείξω ότι μπορούσαν να αντέξω μόνο με ψωμί και νερό για πολύ καιρό αν χρειαζόταν. Τι είναι 15 μέρες νηστεία μπροστά στην Άφεση;

Στο ξεκίνημα της ζωής μου ως ενήλικας είχα κάνει πολλά λάθη για τα οποία τώρα βέβαια μετάνιωνα. Η νεανική απερισκεψία σε συνδυασμό με την απειρία και τον υπερβολικό ενθουσιασμό της ηλικίας με έφεραν στο δρόμο της απώλειας και σύντομα ξεκίνησε ο κατήφορος για μένα. Το ένα ασυγχώρητο αμάρτημα ακολουθούσε το άλλο. Ήθελα με κάθε τρόπο μια δεύτερη ευκαιρία, μια ελπίδα να ξαναφτιάξω τη ζωή μου. Άλλωστε, αυτό δεν το χρωστούσα μόνος τον εαυτό μου, αλλά και στη Τζένη που όλα αυτά τα χρόνια ήταν δίπλα μου… Που έβλεπε την κατάντια μου και αντί να κοιτάξει να ξαναφτιάξει τη ζωή της με κάποιον καλύτερο από μένα έμεινε να με στηρίζει σε κάθε δύσκολη στιγμή. Και βέβαια, η ζωή μου δεν είχε τελειώσει από τώρα. Εξακολουθούσαν να κάνω όνειρα και ήξερα ότι αν μου δινόταν η δυνατότητα να ξαναρχίσω από την αρχή θα μπορούσα σύντομα να αφήσω πίσω μου τις αμαρτίες και τα λάθη του παρελθόντος. Όμως αυτή η ευκαιρία μου εξαρτούνταν από το αν μπορούσα να πείσω τον εξομολόγο μου ότι είχα πραγματικά μετανοήσει για τις επιλογές του παρελθόντος και ήμουν έτοιμος να βαδίσω και πάλι στο σωστό δρόμο.

Ο εξομολόγος επρόκειτο να με δεχτεί σήμερα. Είχε μελετήσει ήδη το φάκελο με τα στοιχεία που του είχα στείλει όταν έκανα την αίτηση για να με δεχτούν στο μοναστήρι και αποφάσισε να μου δώσει μια ευκαιρία να αποδείξω την αληθινή μου μεταμέλεια. Κάθε στοιχείο της προηγούμενης ζωής μου περιλαμβανόταν σε αυτό το φάκελο, ακόμα και τα μεγαλύτερα αμαρτήματα μου. Κάποιοι προσπαθούν σκόπιμα να αποκρύψουν πληροφορίες κατά την επιβολή της αίτησης. Ούτε αυτοί πέτυχαν ποτές τίποτα. Οι ερευνητές κάθε μονής κάνουν πολύ λεπτομερείς έλεγχους και σύντομα τα ψέματα και οι προσπάθειες συγκάλυψης αποκαλύπτονται και χρεώνονται σε όσους επιχείρησαν να εξαπατήσουν τους μοναχούς.

Ακολούθησε η πρόσκληση μου στο μοναστήρι, προκειμένου να διαπιστωθεί και έμπρακτα η μεταμέλεια μου. Επί 15 μέρες ξυπνούσα με το πρώτο φως της ημέρας δούλευα σκληρά στα κτήματα της μονής, προσευχόμουν, τρεφόμουν μόνο με ψωμί και νερό και μόλις βράδιαζε επέστρεφα πάλι στο άβολο κρεβάτι του λιτού κελιού μου. Κρασί δεν έβαζα στο στόμα μου παρά το γεγονός ότι οι μοναχοί συνόδευαν τα γεύματα τους με ένα ποτηράκι. Έμεινα μακριά από κάθε πειρασμό. Ούτε αλκοόλ, ούτε μουσική, ούτε καν δελτία ειδήσεων που θα φανέρωναν αστάθεια στο χαρακτήρα μου και χάσιμο χρόνου. Μόνο μια γρήγορη ματιά στους τίτλους των οικονομικών εφημερίδων στο μεσημεριανό διάλειμμα. Κομμένη βέβαια και η χρήση κινητού ή υπολογιστή. Με το παραμικρό παράπτωμα μπορούσα να χάσω της ευκαιρία μου. Κάτι τέτοιο δεν έπρεπε να συμβεί για κανένα λόγο.

Το προηγούμενο βράδυ, κοιμήθηκα ελάχιστα παρά την προσπάθεια. Σκεφτόμουνα πώς έπρεπε να αντιμετωπίσω τον εξομολόγο. Παρά το γεγονός ότι είχα μείνει 15 μέρες στο μοναστήρι, δεν είχα την ευκαιρία να συναντήσω κάποιον από αυτούς για να πάρω κάποια ιδέα για το τι με περίμενε. Από το πρωί μέχρι το βράδυ ήταν κλεισμένοι στα εξομολογητήρια τους εξετάζοντας περιπτώσεις σαν τη δική μου, ενώ έτρωγαν στη δική τους τραπεζαρία. Δεν επιτρεπόταν καμία επαφή με τους υποψήφιους, για να μην επηρεάζονται και βγάζουν λανθασμένα συμπεράσματα. Ουσιαστικά για να αποφεύγονται οι δωροδοκίες. Η αλήθεια είναι ότι κατά καιρούς διάφοροι επιχειρούσαν να τους επηρεάσουν με κάθε μέσο. Από τους εξομολόγους εξαρτιόταν η Σωτηρία και δεν ήταν λίγοι αυτοί που προσπαθούσαν να την αγοράσουν με τα τελευταία τους υστερήματα.

Κατευθύνθηκα προς την Εκκλησία για την πρωινή προσευχή. Όσοι επρόκειτο να εξομολογηθούμε σήμερα καθίσαμε στα ειδικά στασίδια που ήταν τοποθετημένα μπροστά μπροστά. Ήμασταν περίπου 25 άτομα κάθε ηλικίας. Η Οδός της Απώλειας δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε νέους και ηλικιωμένους, οποιοσδήποτε μπορεί να ολισθήσει κάθε στιγμή. Παρακολουθήσαμε με κατάνυξη και κάποια νευρικότητα τη Θεία Λειτουργία και έπειτα ακούσαμε το κήρυγμα που σήμερα αναφερόταν στην αμαρτία των ριψοκίνδυνων οικονομικών ανοιγμάτων που μπορεί να οδηγήσουν στον όλεθρο. Έπειτα λάβαμε τη Θεία Κοινωνία που περιείχε ειδικά συστατικά ώστε να μας κάνει λίγο πιο εξωστρεφείς, ίσως και πιο φλύαρους από ότι θα ήμασταν κανονικά. Ο Σατανάς είναι πονηρός και η αμαρτία θα μπορούσε να κρύβεται παντού. Έπρεπε να εξομολογηθούμε τις πραγματικές μας σκέψεις για να βγουν σωστά συμπεράσματα και η Θεία Κοινωνία βοηθούσε.

Μείναμε στις θέσεις μας ώσπου όλοι οι δόκιμοι για την Άφεση Αμαρτιών έφυγαν για να επιστρέψουν στις καθημερινές τους ασχολίες. Έπειτα, ένας καλόγερος ανέλαβε να μας οδηγήσει στην αίθουσα αναμονής οι πρώτοι επτά από εμάς μπήκαν στα εξομολογητήρια που τους υποδείχτηκαν. Ήμουνα τρομερά νευρικός καθώς περίμενα, τα χέρια μου είχαν ιδρώσει και η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Έπειτα από λίγο έφτασε η σειρά μου. Ήμουνα στη δεύτερη ομάδα. Ο δικός μου εξομολογητής ήταν πολύ νέος, γύρω στα 35. Αυτό είχε και τα θετικά και τα αρνητικά του. Δεν είχε την πείρα που απαιτούνταν για να κρίνει μια κατάσταση και να συνυπολογίσει όλα τα δεδομένα, αλλά ίσως μπορούσε να εκτιμήσει έναν άνθρωπο με όνειρα που η ζωή του τα έφερε στραβά. Κάθισα στην καρέκλα του εξομολογούμενου. Μπορούσα να δω ότι στο γραφείο μπροστά στον εξομολόγο ήταν ο φάκελος μου, ανοιχτός. Ο εξομολόγος ξερόβηξε κι έπειτα πήρε το λόγο.
-Λοιπόν κύριε Χαριτόπουλε, πώς φτάσατε στην οικονομική καταστροφή και τη χρεοκοπία;


*******************************

Επέστρεψα σπίτι με χαμηλωμένο το κεφάλι. Η Τζένη που με περίμενε έπεσε πάνω μου και με αγκάλιασε.
-Τι έγινε αγάπη μου; Πως πήγε; Η αγωνία της δε μπορούσε να κρυφτεί.
-Πώς να πάει; Δυσκολευόμουν να της το πω Δεν την πήραμε την Άφεση Αμαρτιών χαρά μου…
-Γιατί; Το βλέμμα της σκοτείνιασε.
Τα επιχειρηματικά μου σχέδια θεωρήθηκαν ιδιαίτερα ενθουσιώδη, χωρίς προοπτική κερδών μεγαλύτερη του 450% της αρχικής επένδυσης.
-Μη στεναχωριέσαι μωρό μου. Θα ξαναδοκιμάσουμε.
-Ένας άλλος υποψήφιος για την Άφεση που κόπηκε κι αυτός σαν και μένα μου είπε για κάτι άλλα δάνεια που δίνει το μοναστήρι του Αγίου Ονούφριου του Χρηματιστή. Το ξέρεις το μοναστήρι, είναι πολύ γνωστό. Θα αρχίσω να φτιάχνω από την αρχή το φάκελο μου και βλέπουμε.
-Έτσι μπράβο αγάπη. Μην απογοητεύεσαι, δε μπορώ να σε βλέπω λυπημένο. Φτάνει να είμαστε μαζί και τα προβλήματα θα τα ξεπεράσουμε. Πόσο αδυνάτισες! Θες να σου φτιάξω κάτι να φας;
-Ναι. Βάλε και κανένα κρασάκι. Έχει απόψε τίποτα της προκοπής η τηλεόραση ή να κατεβάσουμε καμιά ταινία;
-Το πρόγραμμα είναι στο τραπεζάκι του σαλονιού.
Ήδη αισθανόμουν τα σάλια μου να τρέχουν. Η Τζένη είναι καλή μαγείρισσα, πολύ καλή. Όμως έπρεπε να είμαι προσεκτικός με το φαγητό. Όπως όλα έδειχναν, άλλες δεκαπέντε μέρες αυστηρής νηστείας μόνο με ψωμί και νερό με περίμεναν. Με τέτοιες συνθήκες ακόμα και τα υγιέστερα στομάχια αρρωσταίνουν. Πόσο μάλλον μετά από τόσες προσπάθειες που είχα κάνει προσπαθώντας να εξασφαλίσω την Άφεση…

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

Σα δε ντρέπεστε ρε αλήτες!

Το κείμενο που ακολουθεί είναι αναδημοσίευση απο το δυκτιακό τόπο http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1317605



«Πρόλαβα να ακούσω πριν πέσω: Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία »…

Η συγκλονιστική μαρτυρία του Μανώλη Κυπραίου στον Εξάντα.

Ανάπηρος έμεινε ο δημοσιογράφος Μανώλης Κυπραίος, από την ωμή βία που ασκήθηκε εναντίον του από τις κρατικές δυνάμεις καταστολής, ενώ κάλυπτε την απεργιακή κινητοποίηση στις 15 Ιουνίου. Συγκεκριμένα, άνδρας των ΜΑΤ πέταξε στοχευμένα μια χειροβομβίδα κρότου λάμψης σε απόσταση αναπνοής από το κεφάλι του, αφού μάλιστα ο συνάδελφος είχε δηλώσει τη δημοσιογραφική του ιδιότητα, με αποτέλεσμα να χάσει την ακοή του και στα δύο αυτιά! Τη βάναυση συμπεριφορά των ΜΑΤ καταδίκασε απερίφραστα το ΔΣ της ΕΣΗΕΑ, ενώ η υπόθεση βρίσκεται ήδη στον Εισαγγελέα. Ο Μανώλης Κυπραίος λοιπόν γίνεται στοιχειοθετημένα ο πρώτος συνάνθρωπός μας που κατά τη διάρκεια των πρόσφατων διαδηλώσεων έχασε εξολοκλήρου μία απ' τις 5 αισθήσεις του και έμεινε ανάπηρος, ως αποτέλεσμα της αστυνομικής βίας. Δηλώνοντας την αμέριστη αλληλεγγύη και συμπαράστασή μας, παραθέτουμε τη συγκλονιστική μαρτυρία που μας έστειλε.

«Ήταν κάπου 9 το πρωί στις 15 Ιουνίου, όταν έφτασα με το μετρό στο Σύνταγμα. Αποφάσισα να μη βγω στον κεντρικό χώρο της πλατείας αλλά στην έξοδο της Μεγάλης Βρετανίας. Βγαίνοντας στο πεζοδρόμιο, είδα στη Βασιλίσσης Σοφίας κάτι που με «πάγωσε».

Ένα σιδερένιο τείχος. Ένα τείχος που όμοιό του είχα δει να στήνουν οι πάνοπλοι ισραηλινοί στρατιώτες απέναντι από τους άοπλους Παλαιστινίους αμάχους.

Αμέσως ένα προαίσθημα ανησυχία και ενδόμυχα ένας φόβος αν θέλεις με κυρίεψε. Αυτοί τη φορά ήταν αποφασισμένοι για όλα είπα μέσα μου.

Αυτό με έκανε να είμαι πιο προσεκτικός και πιο επιφυλακτικός. Ανά πάσα στιγμή θα μπορούσε να ξεσπάσει η «φωτιά».

Οι απλοί έλληνες πολίτες που βρίσκονταν εκεί, ήταν και αυτοί προβληματισμένοι με τους αστυνομικούς «ρόμποκοπ» όπως τους ονόμαζαν κοροϊδευτικά, λόγω των ειδικά ενισχυμένων στολών που φορούσαν.

Η ώρα περνούσε όταν ξαφνικά βρισκόμενος στο τέλος της πλατείας Συντάγματος, άρχισε ομοβροντία χημικών, δακρυγόνων και χειροβομβίδων κρότου λάμψης. Μαζική και χωρίς στόχευση. Ο κόσμος πανικόβλητος έτρεχε να κρυφτεί. Και εγώ μαζί τους σε μια γωνιά Μητροπόλεως και Φιλελλήνων. Με το ένα το κινητό για να μεταδίδω με την άλλη η φωτογραφική μηχανή. Τα λεπτά ατελείωτα και μαζί το κλάμα και η δυσφορία στην αναπνοή. «Θα αντέξεις» έλεγα στον εαυτό μου δίνοντας κουράγιο. Βλέπω μέσα από την στοά του υπουργείου Οικονομικών πίσω από τα ΜΑΤ να βγαίνουν κουκουλοφόροι με καδρόνια στα χέρια. «Πάγωσα».

Αυτό δεν πρέπει να το χάσω είπα.

Μα ξαφνικά μπροστά μου σωριάζεται ένας ηλικιωμένος. Δεν το σκέφτηκα ούτε στιγμή. Μαζί με κάποιους άλλους συμπολίτες μας, τον σηκώσαμε και τον πήγαμε στο πρόχειρο ιατρείο στην πλατεία.

Βλέποντας, θυμήθηκα τα πρόχειρα νοσοκομεία εκστρατείας που είχα δει στο Κόσοβο. Πραγματικά πεδίο μάχης μέσα στην πρωτεύουσα της χώρας μου. Της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Συνέχισα. Αυτή τη φορά τα επεισόδια γίνονταν Φιλελλήνων και Ξενοφώντος. Με μεγαλύτερη ένταση. Χωρίς κουκουλοφόρους. Τα ΜΑΤ έριχναν αδιάκριτα και αναίτια χειροβομβίδες κρότου λάμψης και χημικά. Το ίδιο σκηνικό. Κανένα έλεος σε κανέναν. Τα ΜΑΤ χτυπούσαν με τα κλομπ ό,τι κινιόταν. Μια φρενίτιδα οργής και βίας. Σαν κοπάδι καρχαριών.

Αυτό με έκανε να μπω στις αρχές μιας στοάς επί της Φιλελλήνων, να μεταδίδω και να τραβώ φωτογραφίες από εκεί.

Αυτό ήταν το μοιραίο λάθος μου.

Οπισθοχωρώντας μια ομάδα των ΜΑΤ, ο διμοιρίτης με ρωτάει γιατί τραβάω φωτογραφίες.

Και ξέροντας τη διαδικασία του λέω είμαι δημοσιογράφος και του δείχνω την ταυτότητα της Ενώσεως Συντακτών. Μάταια. Αυτό τον εξόργισε.

Αφού με στόλισε σε «άψογα γαλλικά», με δείχνει με το δάκτυλο σε έναν από την ομάδα του. Κατάλαβα πως κάτι θα γινόταν. Αλλά πίστευα πως το πολύ-πολύ να εισέπραττα καμία «βουρδουλιά».

Όχι. Ο ευτραφής άνδρας των ΜΑΤ σε κλάσματα δευτερολέπτων πετάει μπροστά μου μια χειροβομβίδα κρότου-λάμψης.

Όταν η προβλεπόμενη απόσταση έκρηξης είναι 50 μέτρα, καταλαβαίνετε τι έπαθα όταν η έκρηξη έγινε στους 50 πόντους.

Ένιωσα όλο το σώμα μου να τινάζεται, πέφτω μέσα στην στοά και για δευτερόλεπτα νόμιζα πως ήμουν νεκρός.

Λίγο μετά ένιωσα χέρια να με σηκώνουν και θολά να προσπαθώ να τους δω. Δεν μπορούσα όμως να τους ακούσω.

Ήταν ο Γιώργος, ο Τάκης, η Μαρία, η Κωνσταντίνα, ο Νίκος και ο Πρόδρομος, όπως έμαθα μετά. Ζαλισμένος και λουσμένος με λίτρα νερού, προσπαθούσα να συνέλθω.

«Πρέπει να φύγεις να πας στο νοσοκομείο» μου έλεγαν με νοήματα.

Κατάλαβα πως έπρεπε να το κάνω αμέσως.

Με δυσκολία άρχισα να ανεβαίνω την Φιλελλήνων. Για να κατευθυνθώ προς το Ζάππειο και μετά στον Ευαγγελισμό, πεζός.

Μαζί και δεκάδες άλλοι απλοί πολίτες, κάποιοι από αυτούς με τα παιδιά τους που προσπαθούσαν να διαφύγουν.

Εκεί όμως μας περίμενε μια δεύτερη μεγάλη έκπληξη.

Μια ομάδα δειλών (ας μου επιτραπεί η έκφραση) της «Ομάδας Δέλτα» με μηχανές μας περικυκλώνει, όπως οι Ινδιάνοι τη μονάδα του στρατηγού Κάστερ.

Άρχισαν να μας βρίζουν και να μας χτυπούν. Προσπαθώντας να καλύψω έναν άγουρο έφηβο, ήταν δεν ήταν 15 ετών, δέχθηκα απανωτά χτυπήματα στη μέση και τα πόδια, με τις μηχανές να έρχονται επάνω μας με φόρα και μερικά μέτρα πριν από εμάς οι οδηγοί τους να φρενάρουν απότομα.

Κανονικός τραμπουκισμός και «νόμιμη» βία.

Χωρίς ακοή, χτυπημένος και να σφαδάζω από τους πόνους έφτασα στον «Ευαγγελισμό». Όμως δεν εφημέρευε και έπρεπε να πάω στον «Ερυθρό». Στην κατάσταση που ήμουν, ούτε ένα ασθενοφόρο δεν υπήρχε να με μεταφέρει…

Έφτασα με μεγάλη δυσκολία στον Ερυθρό. Οι γιατροί και το προσωπικό της κλινικής ΩΡΛ και οι παθολόγοι ήταν το λιγότερο άψογοι.

Πέρασα δέκα εφιαλτικές ημέρες προσπαθώντας να σώσουν οι γιατροί την ακοή στο δεξί αυτί, πρωτοστατούντος του καθηγητή κ. Βαθυλάκη. Δυστυχώς όμως η ζημιά ήταν πολύ μεγάλη.

Είχε επέλθει πλήρης κώφωση και στα δύο αυτιά. Είχε καταστραφεί πλήρως το βασικό όργανο ακοής ο κοχλίας και στις δύο πλευρές του κεφαλιού.

Ήμουν κωφός…

Οι αστυνομικοί των ΜΑΤ είχαν κάνει καλά τη δουλειά τους. Άφησαν ανάπηρο έναν πολίτη. Και αυτός ήμουν εγώ.

Ο ευαίσθητος και δημοκράτης υπουργός Προστασίας του Πολίτη κ. Χ. Παπουτσής δεν καταδέχθηκε ούτε μια συγνώμη να ζητήσει. Ούτε φυσικά ο αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ. κ. Λ. Οικονόμου.

Θα σκέφτηκαν πως ανήκω στις «παράπλευρες απώλειες». Και στα ολιγαρχικά καθεστώτα δεν υπάρχει «συγνώμη» αλλά το: «καλά να πάθεις».

Νομίζω όμως πως ακόμα το πολίτευμά μας ονομάζεται Δημοκρατία.

Τώρα καλούμαι να ζήσω διαφορετικά. Μια διαφορετική ζωή, χωρίς ακοή, με κατεστραμμένα το μέλλον και τα όνειρά μου από τη μανιακή βία των ΜΑΤ, που ένας Θεός ξέρει τι εντολές είχαν.

Τουλάχιστον πρόλαβα να ακούσω πριν πέσω, το: «Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία»…»

Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

Η πραγματική ιστορία του εντοπισμού και της ακινητοποίησης του περιβόητου "βαποριού απ' την Περσία"!

Για να μαθαίνουμε και λίγη ιστορία... Το κείμενο είναι αντιγραφή από το πολύ καλό μπλόγκ "πειρατικό ρεπορτάζ" και συγκεκριμενα απο το σημείο http://peiratikoreportaz.blogspot.com/2011/01/carolina-1977.html


"Στις 7 Ιανουαρίου του 1977 το μότορσιπ «Γκλόρια», φορτωμένο με έντεκα τόνους κατεργασμένου χασίς, συνολικής αξίας 4 δισ. δραχμών, ερχόμενο από την Βηρυτό και με προορισμό της Αμβέρσα ή το Άμστερνταμ, σκάλωσε στην Κορινθία, όπως έγραψε λίγες μέρες αργότερα, ο Βασίλης Τσιτσάνης. Είναι μια από τις μεγαλύτερες ποσότητες χασίς που είχε κατασχεθεί μέχρι τότε στα παγκόσμια χρονικά. Τα ρεπορτάζ των εφημερίδων ανέφεραν ότι το «Γκλόρια» ήταν πλευρισμένο στα Ίσθμια και περίμενε εντολές για την πορεία του, όταν βρέθηκαν πάνω του έντεκα τόνοι χασίς σκεπασμένοι με λινάτσες. Συνελήφθηκαν ο πλοίαρχος και οι ναυτικοί του πλοίου, μεταξύ αυτών και δυο Τούρκοι υπήκοοι, οι οποίοι είχαν κρυφτεί στις καμπίνες. Οι άντρες του λιμενικού τους έριξαν καπνογόνα, αναγκάζοντας τους να ανέβουν στο κατάστρωμα. Βρέθηκαν ακόμη δυο πιστόλια τύπου μπράουνιγκ και πεντακόσιες σφαίρες. Παραλήπτες του φορτίου, σύμφωνα με πληροφορίες, ήταν Λιβανέζοι υπήκοοι στην Αμβέρσα ή το Άμστερνταμ. Ήταν προμελετημένη καρφωτή και μιλημένη. Ασφαλώς ήταν προμελετημένη και καρφωτή δουλειά, αφού, ο πλοίαρχος του «Γκλόρια» Νίκος Ξανθόπουλος, ο «Κάπτεν Νικ», όπως τον αποκαλούσαν, ήταν άνθρωπος της αμερικανικής Υπηρεσίας Δίωξης Ναρκωτικών DEA (Drug Enforcement Administration). Ο «Κάπτεν Νικ» με τα εκάστοτε καράβια που είχε στην κατοχή του, είχε γυρίσει όλες τις θάλασσες του κόσμου και είχε γνωρίσει τους πάντες γύρω από τα κυκλώματα του εμπορίου ναρκωτικών, από τις χώρες παραγωγής, μέχρι και τον τελευταίο παραλήπτη χοντρέμπορο. Λαθρέμπορος τσιγάρων στην αρχή της καριέρας του και ο ίδιος, διαφοροποιήθηκε στην πορεία, εξαιτίας του θανάτου ενός αδελφικού του φίλου από υπερβολική δόση μορφίνης. Από τότε ορκίστηκε στην καταπολέμηση των ναρκωτικών. Αποδέχτηκε την πρόταση της DEA το 1964 και από τότε εισχωρούσε στα κανάλια των ναρκωτικών και έδινε πληροφορίες σχετικά με την διακίνηση. Μερικές φορές, όπως στην περίπτωση του «Γκλόρια», παραλάμβανε ο ίδιος το εμπόρευμα με το καράβι του, ως μεταφορέας και το παρέδιδε στις λιμενικές αρχές. Το όλο σκηνικό βεβαίως, που στηνόταν, σε συνεργασία με τα ανώτερα κλιμάκια του υπουργείου της εκάστοτε χώρας, έπρεπε να είναι αληθοφανές, ώστε να μην εκτεθεί ο ίδιος και αποκαλυφθεί η ιδιότητα τους στους ανθρώπους των ναρκωτικών, γεγονός, που θα έθετε σε κίνδυνο τη ζωή του. Έτσι, οι υποτιθέμενες με τυμπανοκρουσίες και οι εφημερίδες βούιζαν για μέρες. Στην περίπτωση του «Γκλόρια» συνέβη το εξής: Ο «Κάπεν Νικ» βρισκόταν με το καράβι στη Λάρνακα, όταν τον πλησίασε ένας ναυτικός πράκτορας και του πρότεινε μια «μεγάλη» δουλειά – ένα φορτίο από τη Βηρυτό με προορισμό το Ρότερνταμ. Ο «Κάπτεν Νικ» δέχτηκε και τράβηξε με το πλοίο του για Βηρυτό, στο λιμάνι Τζουνίχ. Εκεί συνάντησε δυο Λιβανέζους εμπόρους και συμφώνησαν για τη μεταφορά του εμπορεύματος, που ήταν 300 σακιά χασίς, 40 κιλά το καθένα (80 πλάκες του μισού κιλού το κάθε τσουβάλι). Το ποσό για την μεταφορά καθορίστηκε στα 300.000 δολάρια, τα μισά με τη φόρτωση και τα άλλα μισά με την παράδοση στο Ρότενταμ. Η παραλαβή του εμπορεύματος έγινε έξω από το παραθαλάσσιο χωριό Ιμεΐλ, όπου με βάρκες μεταφέρθηκαν τα τσουβάλια με το χασίς. Με την τελευταία βάρκα μπήκαν στο «Γκλόρια» και οι δυο Τούρκοι συνοδοί του εμπορεύματος. Στο μεταξύ, πριν από την παραλαβή, στις 23 Δεκεμβρίου 1976, ο «Κάπτεν Νικ» είχε καλέσει από το ραδιοτηλέφωνο του «Γκλόρια» το Υ.Ε.Ν. στην Ελλάδα και είχε ειδοποιήσει συνθηματικά ότι θα τους φέρει πολλούς τόνους «σοκολάτα» δώρο για τα Χριστούγεννα. Η διαταγή είχε προχωρήσει, ενώ συμφωνήθηκε ο τρόπος και ο τόπος προσέγγισης. Για να μην εκτεθεί στους λαθρέμπορους, ενημέρωσε ακόμη το Υ.Ε.Ν. ότι θα πλεύσει 10 μίλια νότια της Πύλου και ζήτησε το ελληνικό καταδιωκτικό του λιμενικού να τους προσεγγίσει στο συγκεκριμένο σημείο, τάχα για έναν τυπικό έλεγχο. Μετά τη φόρτωση του εμπορεύματος, ο «Κάπτεν Νικ» έβαλε πλώρη για την Πύλο, έχοντας πλήρωμα 2 ναύτες, μαζί τους βεβαίως και οι δυο Τούρκοι συνοδοί. Κατευθυνόμενος προς την Πύλο συνάντησε 11 – 12 μποφόρ πουν τον ανάγκασαν να αλλάξει ρότα. Έτσι τράβηξε προς τη Σίφνο όπου αγκυροβόλησε προσωρινά. Ειδοποίησε εκ νέου το Υ.Ε.Ν. και πήρε εντολές για νέο τόπο συνάντησης, τα Ίσθμια της Κορίνθου. Το «Γκλόρια» έφτασε στις 7 Ιανουαρίου του 1977 στα Ίσθμια, όπου το περίμενε όλο σχεδόν το λιμενικό σώμα. Οι δυο Τούρκοι ( τα δυο μεμέτια τα καημένα) οδηγήθηκαν στις φυλακές του Ναυπλίου, ενώ ο «Κάπτεν Νικ» και το πλήρωμα του, μετά τις αρχικές υποτιθέμενες συλλήψεις, δέχτηκαν τα συγχαρητήρια του αρχηγού Υ.Ε.Ν. Παπαδόγγονα. Το Υπουργείο Οικονομικών όρισε ως αμοιβή για τη μεγάλη επιτυχία 7.800.000 δρχ. Ο «Κάπτεν Νικ» από αυτά πήρε 1.500.000 δρχ., τα υπόλοιπα τα μοιράστηκαν … διάφοροι αξιωματικοί. Ο Τσιτσάνης την υπόθεση την έκανε τραγούδι, το οποίο γνώρισε μεγάλη επιτυχία αλλά στην συνέχεια δέχτηκε απαγορεύσεις για την μετάδοση του από τα Δημόσια Μέσα Ενημέρωσης. * Από το βιβλίο «Ένα Τραγούδι και Μια Ιστορία» του Ηρακλή Ευστρατιάδη. Εκδόσεις Τουμπής.
Αναρτηθηκε απο ΠΟΠΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ στις 11:51 "



Τι μαθαίνει κανείς... Αυτό για το ρουφιάνεμα δεν το ήξερα...

Μεθεόρτιο ανέκδοτο

Τώρα που τέλειωσαν οι "γιορτές", τα ξενύχτια, τα μεθύσια και οι μεγάλες βόλτες, καιρός να γελάσει λίγο το χειλάκι μας... Για την ιστορία το ανέκδοτο είναι "αλιευμένο" απο το www.blackhumor.gr ...



Η μαμά ρώτησε τον Γιαννάκη τι μάθανε στα θρησκευτικά σήμερα.
- Α, η δασκάλα μας είπε για τον Μωυσή, είπε ο Γιαννάκης.
Για το πως τον έστειλε ο Θεός σε μία μυστική αποστολή, για να βοηθήσει τους Ισραηλίτες να ξεφύγουν από τους Αιγύπτιους.
Ο Μωυσής οδηγούσε τους Ισραηλίτες, όταν έφτασαν στην Ερυθρά Θάλασσα.
Αμέσως έβαλε τους μηχανικούς του να κατασκευάσουν μία γέφυρα, και πέρασε όλος ο λαός.
Μετά ζήτησε ενισχύσεις με το walkie-talkie του, και ήρθαν οι πυροτεχνουργοί.
Αυτοί ανατίναξαν την γέφυρα, και έτσι οι εχθροί δεν μπόρεσαν να τους ακολουθήσουν.
Και έτσι σώθηκαν οι Ισραηλίτες!!!
- Έλα τώρα, Γιαννάκη, λέει η μαμά. Παραδέξου ότι η δασκάλα δεν σας είπε τίποτε τέτοιο!
- Εντάξει, λέει ο Γιαννάκης, αλλά αν στα έλεγα όπως μας τα είπε, αποκλείεται να τα πίστευες...



Με άλλα λόγια, όπως αναγραφόταν και στον τοίχο κάποας εκκλησίας σε νησί των Δωδεκανήσων (πρίν το πάρει χαμπάρι το παπαδαριό και το σβήσει) όποιος πιστεύει στο Θεό είναι σα να πιστεύει στο Μπάτμαν!

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

Παλιότερα,, όταν βγαίναμε στα μπαράκια και γνωριζόμαστε με καινούριο κόσμο, μετά τις απαραίτητες συστάσεις η πιο συνηθισμένη ερώτηση ήταν «Τι ζώδιο είσαι;»
Έτσι, για να ξεκινήσει η συζήτηση και να έχουμε κάτι να σχολιάζουμε. Όχι ότι η προσωπικότητα κάποιου διαμορφωνόταν από το ζώδιο του.
Τώρα, (να φταίει άραγε και η οικονομική κρίση;) η πρώτη ερώτηση που μου κάνουν συνήθως είναι αυτό το πεζό «Τι δουλειά κάνεις;» Συνήθως απαντάω «περιφέρομαι»..

Κανείς πλέον δε ρωτάει τι ονειρεύομαι, τι μου αρέσει, τι με χαλάει, ποιο είναι το αγαπημένο μου χρώμα , που πήγα τελευταία φορά διακοπές κι αν προτιμώ τις γάτες από τους σκύλους ή τα πουλιά. (μεταξύ μας, όλα τα λατρεύω).

Να υποθέσω ότι προσπαθούν όλοι να δουν πόσο κερδίζω κάθε μήνα; Τι να πω.. Αυτή η έλλειψη φαντασίας με κουράζει… Να υποθέσω ότι φτάσαμε πλέον ως χώρα σε τέτοιο σημείο που το πιο ενδιαφέρον στοιχείο κάποιου είναι η δουλειά του, άν καταφέρει τελικά να εξασφαλίσει δουλειά; Να μη μπορούμε να συζητήσουμε για μουσική, εικόνες, όνειρα, επιδιώξεις, και να φτάσουμε στο σημείο να μιλάμε για το πόσα παίρνει ο καθένας μας με τη σχετική πάντα γκρίνια περί κρίσης; Και μάλιστα, σε περιβάλλον που υποτίθεται ότι βρισκόμαστε για να ξεφύγουμε από την καθημερινότητα…

Δε θέλω να γκρινιάζω κι εγώ, αλλά πραγματικά αναπολώ την περίοδο του «Τι ζώδιο είσαι:»

Βγήκα χθες σε ένα μπαράκι που είχε κάποιος φίλος ψιλογενέθλια. Τον είχαν πιάσει τα υπαρξιακά του γιατί μεγάλωσε άλλο ένα χρόνο και δεν κατάφερε να πετύχει όλους τους στόχους που είχε βάλει στον εαυτό του την προηγούμενη χρονιά, πήγα κι εγώ για ένα ποτό να τα πούμε κιόλας. Από δίπλα ένας τύπος που απ’ ότι κατάλαβα εκείνο το βράδυ είχαν γνωριστεί.

Λέμε τα δικά μας, σε κάποια στιγμή ρωτάει ο φίλος: «Ωραία ρε Νυχτερίδα, λες ότι η ζωή δεν είναι ρουτίνα, εσύ τι πρωτότυπο έκανες σήμερα;» Πετάγεται ο δίπλα και κάνει την ερώτηση που σκοτώνει!

- ΤΙ ΔΟΥΛΕΙΑ ΕΙΠΕΣ ΟΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΚΟΠΕΛΙΑ;

-Πιανίστρια σε μπουρδέλο, του απαντάω! (όσοι ξέρουν το σχετικό ανέκδοτο κατάλαβαν…)

- Α! Δηλαδή είσαι μουσικός; Έχεις και πτυχίο Ντικτέ;


Τι ωραίες που ήταν οι εποχές του «Τι ζώδιο είσαι»…